Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Έλληνες έχτισαν το δυσκολότερο και ωραιότερο κοµµάτι της διαδροµής του ΥΠΕΡΣΙΒΗΡΙΚΟΥ

Με µια λιτή ανακοίνωση το Κέντρο Επιστηµονικών και Τεχνικών Πληροφοριών του Ανατολικού Υπερσιβηρικού Σιδηροδρόµου στο Ιρκούτσκ αποκαλύπτει ότι στο πιο όµορφο, το πιο περίπλοκο και το πιο ακριβό κοµµάτι του Υπερσιβηρικού εργάστηκαν Ελληνες λόγω των ιδιαίτερων ικανοτήτων που είχαν σε τεχνικά έργα.

Η «χρυσή αγκράφα», όπως ονοµάστηκε το έργο γύρω από τη λίµνη Βαϊκάλη, περιλαµβάνει 40 τούνελ συνολικού µήκους 9 χιλιοµέτρων, περίπου 400 γέφυρες, 5 πέτρινες στοές και 3 από σίδηρο και τσιµέντο.

Αύγουστος1906.Ο εργολάβος Απόστολος Κοραΐδης από τη Σάντα του Πόντου, εδώ και πάνω από µία δεκαετία, αναλαµβάνει µικρά έργα σε διάφορες περιοχές του Καυκάσου. Παράλληλα απασχολείται και στην κατασκευή του Υπερσιβηρικού Σιδηροδρόµου, που πλέον φτάνει µέχρι τη λίµνη Βαϊκάλη. Οι δουλειές στην περιοχή ανθίζουν, κι έτσι αποφασίζει να καλέσει τον Ανέστη, τον δεκαεξάχρονο γιο του, στο Ιρκούτσκ για να µάθει σαπόζνικ, την τέχνη της υποδηµατοποιίας...

Ο Κοραΐδης δεν ήταν ο µόνος Ελληνας που εργάστηκε στον Υπερσιβηρικό. Πριν από λίγες ηµέρες, το Κέντρο Επιστηµονικών και Τεχνικών Πληροφοριών του Ανατολικού Υπερσιβηρικού Σιδηροδρόµου στο Ιρκούτσκ εξέδωσε µια λιτή ανακοίνωση, όπου αποκάλυπτε ότι τουλάχιστον δύο Ελληνες πήραν µέρος στην κατασκευή του τιτάνιου αυτού έργου στις αρχές του 20ού αιώνα στις γραµµές γύρω από τη λίµνη Βαϊκάλη.

Σύµφωνα µε τον ερευνητή του Κέντρου, Αλεξάντρ Χόµπτα, οι Μιχαήλ Ξυρίχης και Ευγένιος Τσαλουίδης εργάστηκαν στο πλέον δύσκολο τεχνικά κοµµάτι του Υπερσιβηρικού, όπου συναντά κανείς 40 τούνελ συνολικού µήκους 9 χιλιοµέτρων, περίπου 400 γέφυρες, 5 πέτρινες στοές και 3 από σίδηρο και τσιµέντο. Οπως επισηµαίνουν µελετητές, το τµήµα των 260 χιλιοµέτρων που περιβάλλει τη λίµνη Βαϊκάλη ήταν το πιο όµορφο, το πιο περίπλοκο και το πιο ακριβό κοµµάτι του σιδηροδροµικού δικτύου της Ρωσίας εκείνη την εποχή.

Τα ονόµατα
Τα ονόµατα ανακοινώθηκαν από τον ερευνητή και τη διευθύντρια του Κέντρου Τατιάνα Γκορντιένκο, έπειτα από αίτηµα της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα προς τον
 διευθύνοντα σύµβουλο των Ρωσικών Σιδηροδρόµων, Βλαντίµιρ Γιακούνιν, που αφορούσε τη διερεύνηση της συµµετοχής των Ελλήνων στον Υπερσιβηρικό.

«Στους καταλόγους των ξένων εργατών το 1905 υπάρχει το όνοµα Ευγένιος Τσαλουίδης. Αναφέρεται επίσης στο τεχνικό τµήµα του σιδηροδρόµου γύρω από τη Βαϊκάλη ως επικεφαλής ο Μιχαήλ Ξυρίχης, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή και ρωσική υπηκοότητα», λέει στα «ΝΕΑ» ο ερευνητής Αλεξάντρ Χόµπτα.

Ενας ακόµα Ελληνας του Υπερσιβηρικού, του οποίου το όνοµα γνωστοποιήθηκε πριν από λίγες ηµέρες στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας από τις υπηρεσίες των Ρωσικών Σιδηροδρόµων, είναι ο Ιβάν Στεργιόπουλος, γεννηθείς το 1871, χωρίς να υπάρχουν άλλα διαθέσιµα στοιχεία γι’ αυτόν.

«Το 1905 σε επιστολή που εστάλη στον επικεφαλής των Σιδηροδρόµων γίνονταν παράπονα ότι αυτό το κοµµάτι των γραµµών το φτιάχνουν κυρίως Ελληνες και Ιταλοί», επισηµαίνει ο Χόµπτα και συµπληρώνει ότι το γεγονός αυτό δείχνει πόσο καλή ήταν η δουλειά των Ελλήνων καθώς τους προτίµησαν για ιδιαίτερα δύσκολα τεχνικά έργα. Σύµφωνα µε µαρτυρίες, οι αµοιβές όσων εργάζονταν ακόµα και ως χτίστες στον σιδηρόδροµο ήταν µεγάλες.

Μάλιστα, λέγεται πως οι άντρες ενός ολόκληρου… χωριού είχαν ταξιδέψει µέχρι το µακρινό Ιρκούτσκ για να πιάσουν δουλειά. Το 1905 σε επιστολή που εστάλη στον επικεφαλής των σιδηροδρόµων γίνονταν παράπονα ότι αυτό το κοµµάτι των γραµµών το φτιάχνουν κυρίως Ελληνες και Ιταλοί.

Το γεγονός αυτό δείχνει πόσο καλή ήταν η δουλειά των Ελλήνων, καθώς τους προτίµησαν για ιδιαίτερα δύσκολα τεχνικά έργα.

Ο τζογαδόρος έµπορος που εκτελέστηκε για κατασκοπεία

Σύμφωνα µε τον Ιβάν Τζούχα, ερευνητή της ιστορίας των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης, όταν οι Ελληνες του Ιρκούτσκ απέκτησαν ένα αρχικό κεφάλαιο από την εργασία τους στον κατασκευαστικό τοµέα, πέρασαν σε πιο συνηθισµένες και προσφιλείς ασχολίες: στο εµπόριο και το ψήσιµο ψωµιού. «Σύντοµα, η οδός Πρεοµπραζένσκαγια (Μεταµορφώσεως) έγινε ελληνική:

σ’ αυτήν εµφανίστηκανδιαδοχικά εστιατόρια, καφετέριες, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, που σύντοµα οι κάτοικοι του Ιρκούτσκ εκτίµησαν δεόντως την υψηλή ποιότητα των προϊόντων τους και των υπηρεσιών τους, και ονόµασαν την οδό “Ελληνική”», επισηµαίνει ο κ. Τζούχα στο νέο του βιβλίο που θα εκδοθείτον Μάρτιο του 2011, πιθανότατα υπό τον τίτλο «Ελληνική Επιχείρηση: ∆ιώξεις κατά των Ελλήνων».

Ο Αδάµ Μαρουφίδης ήταν ένας από τους εκατοντάδες καυκάσιους πόντιους που είχαν βρεθεί στο Ιρκούτσκ κατά τη διάρκεια της κατασκε υής τουΥπερσιβηρικού.

Εµπορευόταν σίδερα και άλλα υλικά για τον σιδηρόδροµο. Εκεί, όπως και αρκετοί ακόµα εργένηδες έλληνες του Καρς που είχαν πιάσει δουλειά στην περιοχή, παντρεύτηκε Ρωσίδα. Τα κέρδη από τα υλικά που εµπορευόταν για τον υπερσιβηρικό και άλλα έργα στην περιοχή τού έδωσαν τη δυνατότητα να ανοίξει φούρνο και εστιατόριο που του προσέφεραν ακόµη υψηλότερα εισοδήµατα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 γεννήθηκε η κόρη του Κλεοπάτρα.

Λόγω της καλής οικονοµικής του κατάστασης, ο Μαρουφίδης έντυνε την κόρη του «µόνο µε ρούχα αγορασµένα από τοΤοργκσίν», όπως αναφέρει ο κ. Τζούχα. Το Τοργκσίν ήταν µια αγορά «στην οποία πρώην αυλικοί και πλούσιοι πουλούσαν σε χαµηλές τιµές τουαλέτες, γούνες και κοσµήµατα που οι µπολσεβίκοι µεταπουλούσαν σε τιµές αλµυρές».

Μία από τις µεγαλύτερες αδυναµίες του Μαρουφίδη ήταν ο τζόγος: ο πλούσιος έλληνας, αφού µετακόµισε από το Ιρκούτσκ στη Μόσχα, έγινε µόνιµος θαµώνας σε παράνοµες λέσχες και ποντάριζε τεράστια ποσά µε αποτέλεσµα να µην µπορεί να περάσει απαρατήρητος. Οπως συνέβη και σε αρκετούς ακόµα Ελληνες, συνελήφθη µε τη στερεότυπη κατηγορία για «εµπόριο συναλλάγµατος» το 1935.

Ο Μαρουφίδης οδηγήθηκε σε γκουλάγκ και τον ∆εκέµβριο του 1937, αφού κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Ελλάδος, εκτελέστηκε. Η κόρη του Κλεοπάτρα, που είχε προλάβει να τον δει λίγους µήνες πριν από την εκτέλεσή του, συναντήθηκε µε τους συγγενείς της στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της χούντας και µετά ήρθε µόνιµα το 1999. Εδώ βρήκε καταφύγιο στον Ελληνορωσικό Οίκο Υπέργηρων στην Αργυρούπολη, όπου άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 97 ετών.

Μια ολόκληρη ελληνική παροικία άνθησε

ΣΤΟ ΙΡΚΟΥΤΣΚ, σύµφωνα µε την ερευνήτρια - συγγραφέα Βάλια Μουρατίδου, ζούσαν στα τέλη του 19ου αιώνα περίπου 1.500 άνθρωποι από τη Σάντα, τη γνωστή περιοχή του Πόντου. Στην πόλη της Ανατολικής Ρωσίας υπήρχαν τότε «ελληνικό σχολείο, ελληνική εκκλησία και για λίγο καιρό ελληνικό προξενείο» επισηµαίνει η Μουρατίδου στα γραπτά της.

Μετά τη λήξη του Ρωσοτουρικού Πολέµου το 1878 πολλοί Ελληνες του Καρς εγκατέλειψαν τις περιοχές τους για να καλλιεργήσουν τα εύφορα χωράφια που χάριζαν οι Ρώσοι στην περιοχή γύρω από το Βατούµ. Η µόνη οικονοµική διέξοδος για αυτούς που έµεναν πίσω αλλά και εκείνους που ήθελαν να αναζητήσουν την τύχη τους πέρα από τους αγρούς του Βατούµ ήταν να πιάσουν δουλειά στα µεγάλα δηµόσια έργα.

Το µεγαλύτερο από αυτά ήταν ο Υπερσιβηρικός Σιδηρόδροµος, «η ατσαλένια ζώνη στη µέση της Σοβιετικής Ενωσης». Και το τµήµα του γύρω από τη λίµνη Βαϊκάλη «η χρυσή αγκράφα», όπως ονοµάστηκε λόγω της υψηλής τεχνικής αξίας του αλλά και των ιδιαίτερα µεγάλων ποσών που δαπανήθηκαν για τηνκατασκευή του. Οι σανταίοι λιθοξόοι έφευγαν τον Σεπτέµβριο από τα χωριά τους για να βρουν δουλειά και αν τα κατάφερναν έµεναν στην ξενιτιά για 2-3 χρόνια.

Επειτα γύριζαν, έκαναν ένα παιδί κι έφευγαν ξανά. Στην περίπτωση του Ιρκούτσκ και του Υπερσιβηρικού, το µοντέλο αυτό δεν λειτούργησε: «Επειδή η απόσταση ήταν πολύ µεγάλη, αρκετοί Σανταίοι εγκαταστάθηκαν µόνιµα στην πόλη και ανέπτυξαν άλλες δραστηριότητες, έγιναν έµποροι και φουρνάρηδες. Εβγαζαν αρκετά χρήµατα και έστελναν στους δικούς τους στη Σάντα όπου ζούσαν πλουσιοπάροχα» λέει ο ∆ηµήτρης Πιπερίδης, εκδότης περιοδικού για τον Πόντο.

Η ξενιτιά τους έκανε δίγαµους

Σύμφωνα µε τον εκδότη περιοδικού για τον Πόντο κ. Πιπερίδη, υπήρχαν και κάποιοι Ελληνες που έµειναν στο Ιρκούτσκ και έκαναν παράλληλες οικογένειες: χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ισαάκ Αντωνιάδη, του χτίστη που εγκαταστάθηκε στην πόλη της Ανατολικής Ρωσίας και έγινε φούρναρης. Με τον καιρό άρχισε να βγάζει ένα καλό εισόδηµα, µέρος από το οποίο έστελνε στη Σάντα όπου έµενε η σύζυγος µε τις δύο κόρες τους.

Στο Ιρκούτσκ όµως άρχισε να φτιάχνει και τη δεύτερη οικογένειά του: γνώρισε µια κοπέλα µογγολικής καταγωγής, την παντρεύτηκε και έκαναν δύο αγόρια. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι τύψεις του τον οδήγησαν στην Ελλάδα για να βρει την πρώτη οικογένειά του. Με τα χρόνια όµως άρχισε να νοσταλγεί την άλλη. Η πρώτη σύζυγος τον απείλησε και δεν τον άφησε να φύγει.

Οταν ο Αντωνιάδης αρρώστησε βαριά, της απαγόρευσε να τον βλέπει και να τον φροντίζει, δεν της είχε συγχωρέσει το γεγονός ότι τον εµπόδισε να πάει στην άλλη του οικογένεια. ∆ύο µήνες µετά, πέθανε.

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: