Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Όταν αγνόησα τον Ρακένδυτο

Κάποιοι προσπαθούν να μετουσιώσουν τις ζωές μας σε έναν αγώνα ελεύθερης πτώσης. Ολόκληρο το ανθρώπινο είδος πέφτει σε ένα πολιτικό, οικονομικό και κυρίως πνευματικό κενό. Τα πάντα γίνονται τόσο μεθοδικά που θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για οργανωμένο έγκλημα. Ο παγκόσμιος συγχρονισμός είναι απόλυτος και όλοι κινούνται, σαν να ακολουθούν κάποιο χρονοδιάγραμμα. Σαν ένα κακό όνειρο είναι όλα.

Οι αποφάσεις που βγαίνουν από τα χείλη τους είναι παντού το ίδιο. Αμερική, Ασία, Ευρώπη, Αφρική δεν έχει διαφορά. Όπου και αν μένεις πρέπει να πέσεις. Εμείς θα φροντίσουμε για αυτό. Είναι μορφωμένοι, καλοντυμένοι και χαμογελούν. Απέναντι τους στέκεται ένας Ρακένδυτος. Φοράει και έναν χιτώνα. Αυτός δεν θέλει να πέσει κανείς μα ποιος Τον ακούει; Οι άλλοι ξέρουν καλύτερα.

Είναι έτσι δομημένα τα πράγματα που ο κάθε άνθρωπος παρασύρει τον διπλανό του. Σε αυτό έχει βοηθήσει το ότι όλοι είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Λειτουργούμε σε ένα δίκτυο που οι κινήσεις του ενός, επηρεάζουν τον άλλο. Έτσι μας έφτιαξαν. Δεν μας ρώτησε κανείς απλά μας έβαλαν εκεί μέσα. Και σπρώχνουμε ο ένας τον άλλο προς τα κάτω.

Αυτό που ήταν δικαίωμα μας το έκαναν προνόμιο. Για να το αποκτήσω θα πρέπει να σου κάνω κακό. Δεν το θέλω αυτό μα πρέπει να ανασάνω και αυτοί κρατάνε το οξυγόνο μου.
Έχουν και απολαύσεις για εμένα. Αρκεί να τους ακολουθήσω. Και όταν αυτό γίνει, θα πατήσω επάνω στο άψυχο κορμί σου για να αναρριχηθώ. Και το έπραξα μα οι απολαύσεις χάθηκαν και για κάποιον λόγο πάω πάλι προς τα κάτω.

Ανακοινώνουν με στόμφο και έπαρση μερικά εκατομμύρια για την πείνα, τη δίψα, για ένα εμβόλιο, αλλά πολύ ταπεινά και αθόρυβα εγκρίνουν τα δισεκατομμύρια για νέα οπλικά συστήματα. Στα εργαστήρια φτιάχνουν νέες αρρώστιες. Για αυτές δεν λένε τίποτα. Τα ρίχνουν στις χήνες, στους χοίρους, στα πρόβατα. Με προθυμία όμως θα σου δώσουν το αντίδοτο. Αρκεί να έχεις από το χαρτί που τυπώνουν.

Κόψανε τις γέφυρες της ελευθερίας μου. Τώρα πρέπει να περάσω απέναντι με πλοίο. Μου δείχνουν ένα υπερωκεάνιο μα για να ανέβεις επάνω πρέπει να φορέσεις αλυσίδες. Το δέχομαι και προχωράω. Αγνοώ αυτόν που μου χαμογελάει. Είναι πάλι ο Ρακένδυτος. Έχει μία ξύλινη σχεδία και με καλεί. Εγώ Τον αγνοώ επιδεικτικά. Σιγά μην ανέβεις εκεί. Είσαι φτιαγμένος για μεγαλύτερα πράγματα λέω στον εαυτό μου. Ένα δάκρυ κυλάει από το πρόσωπο Του μα εγώ τον προσπέρασα. Συνέχισα το δρόμο μου προς τις αλυσίδες.

Πέρασα απέναντι τελικά. Τις αλυσίδες δεν μου τις βγάζουν και με οδηγούν στο χείλος του γκρεμού. Τώρα θα πέσεις μου λένε. Κοιτάζω έντρομος το κενό. Κατάλαβα τι «παίζει» μα τώρα είναι αργά. Με έχουνε σπρώξει ήδη μέσα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος και η πτώση μου είναι ατελείωτη. Παρακαλάω να πιάσω πάτο, να τελειώσει το μαρτύριο μου. Πόσο μετανιώνω που αγνόησα Εκείνον Τον Ρακένδυτο. Πόσο μετανιώνω που πήγα με εκείνους. Τώρα δεν θα είχα φτάσει εδώ σκέφτηκα.

Ξαφνικά η πτώση μου σταμάτησε απότομα. Ασυναίσθητα το χέρι μου είχε πιαστεί από κάπου. Ήταν ένας χιτώνας. Κάποιος με τράβηξε επάνω. Ήταν ο Ρακένδυτος άνθρωπος και μου χαμογελούσε. Ήταν όμως πληγωμένος και αιμορραγούσε. Τι σου συνέβη; τον ρώτησα. Δεν είναι τίποτα μου είπε. Με χτύπησες όταν ήσουν θολωμένος και δεν ήξερες τι έκανες. Μα τώρα είμαι καλά. Να! βλέπεις; Οι πληγές κλείνουν.

Ντράπηκα και ζήτησα συγνώμη. Τι να κάνω για να σε ξεπληρώσω; τον ρώτησα. Κράτα τον χιτώνα μου είπε. Ίσως μια μέρα να χρειαστεί να τον πετάξεις και εσύ σε κάποιον που πέφτει. Απέραντη γαλήνη με πλημμύρισε. Ο Ρακένδυτος χάθηκε. Κάτι μου έλεγε όμως πως ήταν ακόμη μαζί μου. Δεν είχα ρωτήσει ούτε το όνομα Του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: