Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΙΔΡΥΣΗΣ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Σαν σήμερα 14 Σεπτεμβρίου του 1814 έλαβε χώρα ένα σπουδαίο γεγονός που αφορά την αρχή της αποτίναξης του Τούρκικου ζυγού για την Ελλάδα μας. Το γεγονός αυτό είναι η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην μακρινή Οδησσό απο τους Εμμανουήλ Ξάνθο, Νικόλαο Σκουφά και Αθανάσιο Τσακάλωφ . Η Φιλική Εταιρεία ανέλαβε όλο το βάρος της προετοιμασίας της επανάστασης.

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας

Στα πλαίσια του διακαούς πόθου για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και με σαφή την επίδραση των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης, συναντιούνται το 1814 στην Οδησσό τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα . Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμού. Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου. Σκοπός της Φιλικής Εταιρείας είναι η γενική επανάσταση των Ελλήνων για την «ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδoς μας», όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Ξάνθος. Και σημειώνει στα «Aπομνημονεύματά» του: ..δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων».Η πορεία ανάπτυξης της Φιλικής είναι εντυπωσιακή. Το διάστημα 1814-1816 τα μέλη της αριθμούν περίπου 20. Ως τα μέσα του 1817 αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας, αλλά και πάλι τα μέλη της δεν υπερβαίνουν τα 30. Όμως, από το 1818 σημειώνονται αθρόες μυήσεις. Κατά το 1820 εξαπλώνεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και τις περισσότερες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Χιλιάδες υπολογίζονται οι μυημένοι, μολονότι είναι γνωστά μόνο 1096 ονόματα. Τους πρώτους μήνες του 1821 τα μέλη της αριθμούν δεκάδες χιλιάδες. Η οργάνωση είχε υπερβεί τα ίδια της τα όρια. Στις γραμμές της συσπειρώνονται κυρίως έμποροι και μικροαστοί, αλλά και Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες και κληρικοί, πρόσωπα που θα διαδραματίσουν αγωνιστικό ρόλο (θετικό ή αρνητικό) στον αγώνα για την ανεξαρτησία, όπως οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός κ.ά.Η όλη διάρθρωση της Φιλικής Εταιρείας στηρίχθηκε στα οργανωτικά πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα απεκαλείτο «η Αόρατος Αρχή» και περιβλήθηκε από την πρώτη στιγμή με τέτοια μυστική αίγλη, ώστε να πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνον Έλληνες μα και ξένοι, όπως ο τσάρος Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τον πρώτο καιρό ήταν μόνο οι τρεις ιδρυτές της. Κατόπιν, από το 1815 έως το 1818, προστέθηκαν άλλοι πέντε και μετά το θάνατο του Σκουφά προστέθηκαν άλλοι τρεις. Το 1818 η Αόρατη Αρχή μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και κάθε Απόστολος επωμίστηκε την ευθύνη μιας μεγάλης περιφέρειας.Η όλη δομή ήταν πυραμιδοειδής και στην κορυφή δέσποζε η «Αόρατος Αρχή». Κανείς δε γνώριζε ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει ποιοι την αποτελούσαν. Οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί, ενώ τα μέλη δεν είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις. Η Εταιρεία απεκαλείτο «Ναός» και είχε τέσσερις βαθμίδες μύησης: α) οι αδελφοποιητοί ή βλάμηδες, β) οι συστημένοι, γ) οι ιερείς και δ) οι ποιμένες. Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλάγια στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί. Ο όρκος, ελαιογραφία του Δ. Τσόκου (1849). Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και έβρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι και έπαιρνε το Ευαγγέλιο, οπότε ο κατηχητής έπαιρνε παράμερα τον υποψήφιο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρό όρκο», τον οποίο έπρεπε να τον επαναλαμβάνει ο κατηχούμενος χαμηλόφωνα τρεις φορές.«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπερτάτου Όντος, να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα το μυστήριον, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ».Όταν γινόταν αυτό, τότε ο κατηχητής πλησίαζε τον υποψήφιο στον ιερέα και τον ρωτούσε:«Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές;» «Είναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο», απαντούσε ο υποψήφιος. Την ίδια περίπου ερώτηση, έκανε και ο κληρικός και αφού έπαιρνε καταφατική απάντηση, τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, δίχως να γνωρίζει την ουσία της υπόθεσης». Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριελάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.

Πηγή: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Σήμερα 14 Σεπτεμβρίου είναι μία μεγάλη γιορτή για τον Χριστιανισμό, η Ύψωσις του Τίμιου Σταυρού.
Χρόνια πολλά και καλά σε όλους τους εορτάζοντες.
Με αφορμή το γεγονός πως αυτή είναι η πρώτη μου ανάρτηση σε αυτό το ιστολόγιο μετά απο την καλοκαιρινή ανάπαυλα θέλω να ευχηθώ καλό χειμώνα σε όλους και όλες.

Η 14η Σεπτεμβρίου είναι γνωστή εις τούς Χριστιανούς ως ημέρα «της παγκοσμίου Υψώσεως του τιμίου καί ζωοποιού Σταυρού. Είναι ημέρα αργίας καί νηστείας, διά νά δυνηθούν οι πιστοί νά προσκυνήσουν «τό ζωομύριστον ξύλον» καί τόν «θαυμάτων θησαυρόν», τόν «συνθετοτρισόλβιον» Σταυρόν καί «χαρίτων παροχέα» (α’ Οίκος εις τόν τίμιον Σταυρόν).
Πρίν προχωρήσωμεν εις τήν περιγραφήν της εικόνος της Υψώσεως, είναι ανάγκη νά ιδωμεν τό ιστορικόν της εορτής καί τήν θεολογικήν της σημασίαν.
Διά τήν θέσπισιν της εορτής αυτής ο Καθηγητής Ι. Φουντούλης γράφει: «Οι ιστορικές αρχές της εορτής χάνονται μέσα στήν πολιά αρχαιότητα. Στίς 13 Σεπτεμβρίου του έτους 335 έγιναν τά εγκαίνια του μεγάλου ναού της Αναστάσεως, πού έκτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος στόν τόπο της ταφής του Κυρίου. Έκτοτε κατά τήν επέτειο των εγκαινίων μεγάλη πανήγυρις εγίνετο στά Ιεροσόλυμα. Καί στά σημερινά μας λειτουργικά βιβλία τήν ίδία ημέρα αναγράφεται η «μνήμη των εγκαινίων της αγίας Χριστού του Θεού ημών Αναστάσεως» καί η ακολουθία της ημέρας αναφέρεται στά εγκαίνια του ναού εκείνου. Η εορτή διαρκούσε οκτώ ημέρες. Τήν δευτέρα ημέρα της εορτής, τήν 14 Σεπτεμβρίου, κατά τήν μαρτυρίαν Αρμενικού λειτουργικού κειμένου το? Ε’ αιώνος, εγίνετο σύναξις εις τόν Γολγοθά «καί 'εδειχναν τόν τίμιο Σταυρό σε όλο τό εκκλησίασμα». Ο τίμιος Σταυρός του Χριστού ήταν τό σεβασμιώτερο κειμήλιο του ναού της Αναστάσεως καί ήταν επόμενο ειδική πανήγυρις νά καθιερωθή για αυτόν επί τη ευκαιρία της συρροϊς του λαού γιά τόν εορτασμό των εγκαινίων».
Ο Σταυρός αυτός, πού ύψωνε τόσον πανηγυρικά η εκκλησία των Ιεροσολύμων, ήτο ο Αληθής Σταυρός, πού ανεύρεν η Αγία Ελένη, η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου. Εκκλησιαστικοί συγγραφείς το? 4ου καί 5ου μ.Χ. αιώνος ομιλούν διά τήν θαυματουργικήν ανεύρεσιν του τιμίου Σταυρού του Κυρίου. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος π.χ., τό 395, αναφέρει οτι εις τόν Γολγοθάν ανευρέθησαν τρείς σταυροί, μεταξύ των οποίων ανεγνωρίσθη ο Σταυρός του Κυρίου, πού ήτο εις τό μέσον των δύο άλλων καί είχε καί τήν γνωστήν επιγραφήν (Εις Ιωάν. ομιλία 85, 1). Άλλοι συγγραφείς ομιλούν διά επιτελεσθέντα θαύματα, τά οποία έγιναν αιτία νά αναγνωρισθή ο Σταυρός το? Κυρίου. Ένα τέτοιο θαύμα αναφέρει καί τό Συναξάριον της εορτής της Υψώσεως: «Διαπορούσης δέ της Βασιλίσσης (της Αγίας Ελένης), τίς αν ειη ό του Κυρίου Σταυρός, διά της εις θανούσαν γυναίκα χήραν θαυματουργίας δείκνυται? η καί ανέστη τη τούτου προσψαύσει? των δέ λοιπών δύο σταυρών των Ληστών μηδέν εις τούτο ενδειξαμένων εις θαυματοποιίας υπόδειγμα. Ον δήτα τίμιον Σταυρόν προσεκύνησεν η Βασίλισσα, καί ησπάσατο μετά της Συγκλήτου άπάσης».
Τήν αμηχανίαν δηλαδή της Αγίας Ελένης διά τό ποιος ήτο ο Σταυρός του Κυρίου έλυσε τό θαύμα, πού έγινεν εις μίαν πεθαμένην χήραν γυναίκα, η οποία ανέστη όταν τήν ήγγισεν ο Σταυρός. Τό θα?μα αυτό δέν έκαμαν οι δύο σταυροί των ληστών. Έτσι η Βασίλισσα μαζί μέ όλην τήν Σύγκλητον προσεκύνησε καί ησπάσθη τόν τίμιον Σταυρόν. Αί νίκαι του αυτοράτορος Ηρακλείου (610-641) κατά των Περσών, η αρπαγή υπ αυτών του τιμίου Σταυρού καί η επανάκτησίς του υπό ευσεβούς Στρατηλάτου έδωκαν νέαν αίγλην εις τήν εορτήν του Σταυρού. Ο ζωοποιός Σταυρός υψώθη καί πάλιν εις τά Ιεροσόλυμα (τόν Μάρτιον του 630). Δικαιολογημένως ψάλλει έκτοτε η εκκλησία μας: «Σώσον, Κύριε, τόν λαόν σου καί ευλόγησον τήν κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος καί τό σόν φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα» (Απολυτίκιον).
Από τό 614 η τελετή της υψώσεως εγίνετο καί εις τήν Κωνσταντινούπολιν διά νά διαδοθή εν συνεχεία καί εις άλλα χριστιανικά κέντρα. Ετσι η εορτή της υψώσεως του τιμίου Σταυρού επεσκίασε τήν εορτήν των εγκαινίων. Ακόμη επέβαλε τόν τοπικόν της χαρακτήρα καί έγινεν οικουμενική εορτή, δόξα καί καύχημα ολοκλήρου της εκκλησίας. Ο Σταυρός πλέον υμνείται ως «οικουμένης φύλαξ» καί ως «η δόξα της εκκλησίας».
Η σημερινή τελετή της υψώσεως είναι σχεδόν απομίμησις της τελετής, πού ?γινεν εις τά Ιεροσόλυμα μετά τήν ανεύρεσιν του τιμίου ξύλου. «Ζητών δέ καί ο κοινός λαός προσκυνήσαι, ούκ ηδύνατο καί ητήσατο καν ιδείν αυτόν. Τότε ανήλθεν ο Μακάριος Πατριάρχης Ιεροσολύμων καί ύψωσεν επί του άμβωνος τόν τίμιον Σταυρόν? καί ιδόντες, ήρξατο ο λαός κράζειν τό «Κύριε ελέησον». Καί έκτοτε επεκράτησεν η τιμία εορτή της Υψώσεως». (από τό Συναξάριον της ημέρας). Αυτήν ακριβώς τήν κατανυκτικήν σκηνήν απαθανατίζει καί η βυζαντινή εικών της Υψώσεως.
Τήν θεολογικήν σημασίαν της εορτής ευρίσκομεν εις τά τροπάρια της ημέρας. Από αυτά εκείνα του Εσπερινού καί των Αίνων είναι τά πιό μεστά εις νοήματα καί τά πλουσιώτερα εις ποιητικάς εξάρσεις.
Ο Σταυρός, πού υψούται εις προσκύνησιν υπό των πιστών, είναι τό τρόπαιον, τό οποίον έστησεν η εκκλησία του Χριστού εις τόν πόλεμόν της κατά του Σατανά. Ο Σταυρός άνοιξε τήν κλεισμένην θύραν του Παραδείσου, αφού κατήργησε τήν δύναμιν του θανάτου καί ύψωσε τούς πιστούς από τήν γήν εις τόν ουρανόν. Τό ακαταμάχητον όπλον του Σταυρού ασφαλίζει τούς πιστούς κάθε εποχής, πού αντιπαλαίουν μέ τόν Σατανά καί γίνεται δόξα καί στολίδι των Μαρτύρων καί των Όσίων της εκκλησίας.
Τά θεολογικά αυτά νοήματα συμπυκνώνει εις τούς στίχους του τό πρώτον απόστιχον του Εσπερινού του πλ. α’ ήχου:
«Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός, της ευσεβείας τό αήττητον τρόπαιον, η θύρα του Παραδείσου, ο των πιστών στηριγμός, τό της εκκλησίας περιτείχισμα? δι ού εξηφάνισται η φθορά καί κατήργηται καί κατεπόθη του θανάτου η δύναμις καί υψώθημεν από γης πρός ουράνια. Όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Οσίων, ως αληθώς εγκαλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω τό μέγα έλεος».
Εις τά τροπάρια της Υψώσεως του τιμίου Σταυρού κυριαρχεί τό αίσθημα της χαράς διά τήν ανεύρεσιν καί τήν θαυματουργόν δύναμιν του Σταυρού. Οι υμνογράφοι όμως δέν ξεχνούν ότι επάνω εις τό ευλογημένον αυτό ξύλον εκαρφώθη ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός. Έτσι οι πιστοί καλούνται νά ασπασθούν τόν Σταυρόν «τη χαρά καί τω φόβω? φόβω διά τήν αμαρτίαν, ως ανάξιοι όντες? χαρά δέ διά τήν σωτηρίαν, ην παρέχει τω κόσμω ο εν αυτώ προσπαγείς (=καρφωθείς) Χριστός ο Κύριος, ο έχων τό μέγα έλεος» (Δοξαστικόν των Αίνων). Επί πλέον κατά τήν ημέραν αυτήν νηστεύομεν, διότι η εορτή της Υψώσεως φέρει «τά ίσα της αγίας καί Μ. Παρασκευής».
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ (Της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)Τό κέντρον τ?ς εικόνας καταλαμβάνει ο 'Αμβων, επάνω εις τόν οποίον ο Άγιος Μακάριος (314-333) ύψωσε τόν τίμιον Σταυρόν. Ένα σκοτεινόν άνοιγμα εις τήν βάσιν του Άμβωνος δείχνει τό μέρος της ανευρέσεως.
Τό δεύτερον μετά τόν Πατριάρχην πρόσωπον, πού κυριαρχεί εις τήν εικόνα είναι η Αγία Ελένη ενδεδυμένη τήν βασιλικήν της στολήν καί συνοδευομένη από δύο ευλαβών γυναικών. Τόν Πατριάρχην κυκλώνουν κληρικοί καί λαϊκοί, πού παρακολουθούν μέ ιερόν δέος τήν τελετήν.
Τό δέος αυτό προκαλεί αφ ενός η θέα του Σταυρού καί αφ ετέρου τά θαύματα πού έγιναν κατά τήν ανεύρεσίν του. Νομίζει κανείς, καθώς παρατηρεί τά βυθισμένα εις σκέψεις πρόσωπα της εικόνος, Ότι όλοι των ανακαλούν εις τήν μνήμην των τά γεγονότα της Σταυρώσεως, τά πρίν καί τά μετά από αυτήν. Έτσι καί ο θεατής αναπολεί τά σωτήρια περιστατικά συμφώνως πρός τήν ευχήν της εκκλησίας: «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής καί πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας καί ενδόξου πάλιν παρουσίας…» (Από τήν ευχήν της αναφοράς της Λειτουργίας του Χρυσοστόμου).
? σκηνή μας μεταφέρει εις τά τελούμενα σήμερον εις τήν εκκλησίαν κατά τήν 14ην Σεπτεμβρίου διά νά ακουσθή από όλα τά μέλη της εκκλησίας «έν ενί στόματι καί μια καρδία» ό νικητήριος παιάν:
«Τόν Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, καί τήν αγίαν σου ανάστασιν δοξάζομεν».